Εισαγωγή
Η απόφαση του Εφετείου “Αγγλίας και Ουαλίας” (Court of Appeal of England and Wales), (στο εξής: «Εφετείο») στην Υπόθεση Deckers UK Limited v Up & Running (UK) Limited[1] ανέτρεψε την απόφαση του Ειδικού Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για θέματα Ανταγωνισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο είχε αποφασίσει πως η άρνηση της Deckers να επιτρέψει στην Up & Running να πωλεί το πλεονάζον απόθεμα των παπουτσιών ΗΟΚΑ σε ανώνυμη ιστοσελίδα συνιστούσε “εξ αντικειμένου” περιορισμό του Δικαίου Ανταγωνισμού. Το Εφετείο συμπέρανε ότι το Ειδικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά το νομικό τεστ, καθώς έληξε πρόωρα την ανάλυσή του όταν ανίχνευσε αντιανταγωνιστικό σκοπό, αγνοώντας να εξετάσει το ευρύτερο νομικό και οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούσε η σχετική συμβατική ρήτρα.
Ο αντίκτυπος της απόφασης αυτής εκτείνεται πέραν της ιδιομορφίας της εν λόγω διαφοράς. Σε μια εποχή κατά την οποία τα συστήματα επιλεκτικής διανομής αντιμετωπίζουν αυξανόμενες προκλήσεις, η απόφαση αυτή αναθεωρεί τα όρια της παρέμβασης του Δικαίου Ανταγωνισμού στις κάθετες εμπορικές σχέσεις.
Το παρόν άρθρο αναλύει τα ευρήματα του Ειδικού Δικαστηρίου και του Εφετείου, επεξηγεί το τετραμερές τεστ για τον χαρακτηρισμό εξ αντικειμένου περιορισμού και σταθμίζει τις επιπτώσεις της απόφασης τόσο για τα συστήματα επιλεκτικής διανομής όσο και για την εκτενέστερη εφαρμογή του άρθρου 101(1) ΣΛΕΕ στην ψηφιακή εποχή.
Ιστορικό της υπόθεσης
Πυρήνας της υπόθεσης αυτής ήταν η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ της Deckers UK Limited (Deckers), ιδιοκτήτριας εταιρείας αθλητικών παπουτσιών μάρκας HOKA στο Ηνωμένο Βασίλειο και της Up & Running (UK) Limited (U&R), βρετανικής αλυσίδας καταστημάτων αθλητικών παπουτσιών, η οποία είχε ενταχθεί στο δίκτυο διανομής της Deckers το 2016.
Η Deckers διένειμε τα προϊόντα HOKA μέσω ενός διττού συστήματος διανομής. Αφενός λειτουργούσε το λεγόμενο “Main Retail Channel”, μέσω του οποίου διοχέτευε το εποχιακό απόθεμα σε ένα δίκτυο εξουσιοδοτημένων διανομέων, όπως η U&R, οι οποίοι αναμένονταν να ευθυγραμμίζονται με την τοποθέτηση της HOKA ως προϊόντος κύρους. Αφετέρου λειτουργούσε ένα ξεχωριστό, αυστηρά ελεγχόμενο “Clearance Channel”, στο οποίο συμμετείχε περιορισμένος αριθμός ειδικά εγκεκριμένων διαδικτυακών διανομέων με αποκλειστικό σκοπό τη διάθεση πλεονάζοντος, εκτός εποχής αποθέματος.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η ίδια η Deckers πωλούσε απευθείας στον τελικό καταναλωτή, τόσο διαδικτυακά όσο και μέσω δικών της φυσικών καταστημάτων, εντός και των δύο καναλιών, θέτοντάς την σε άμεση ανταγωνιστική σχέση με τους ίδιους τους εξουσιοδοτημένους διανομείς της, συμπεριλαμβανομένης της U&R. Η αρχιτεκτονική αυτή αποδεικνύεται κρίσιμη για την κατανόηση της υπόθεσης σε δύο επίπεδα: αφενός εξηγεί γιατί το Ειδικό Δικαστήριο υιοθέτησε καχύποπτη στάση απέναντι στην άρνηση της Deckers, κρίνοντας ότι ο πραγματικός λόγος ήταν η προστασία του υφιστάμενου Clearance Channel από έναν δυνητικό εσωτερικό ανταγωνιστή· αφετέρου, εξηγεί γιατί το Εφετείο έκρινε αναγκαία την προσεκτικότερη εξέταση του οικονομικού πλαισίου, προτού καταλήξει σε χαρακτηρισμό του περιορισμού ως εξ αντικειμένου.
Κατά την διάρκεια της πανδημίας Covid-19, τα φυσικά καταστήματα της U&R υποχρεώθηκαν να κλείσουν για εκτεταμένο χρονικό διάστημα και ως αποτέλεσμα συσσωρεύτηκε σημαντικό πλεονάζον απόθεμα παπουτσιών HOKA. Προκειμένου να αποσυρθεί αυτό το απόθεμα, τον Ιούλιο του 2020, η U&R δημιούργησε μια νέα αυτοτελή, ανώνυμη ιστοσελίδα. Στην ιστοσελίδα αυτή θα πωλούνταν τα πλεονάζοντα προϊόντα HOKA σε μειωμένες τιμές, χωρίς το όνομα τομέα να ταυτίζεται με αυτό της U&R, καθώς θα λειτουργούσε σε μόνιμη βάση ως απόθεμα εκκαθάρισης. Όπως απαιτούσαν οι συμβατικοί όροι, οι διανομείς όφειλαν να λάβουν σχετική έγκριση από την Deckers εάν επιθυμούσαν να πωλούν τα παπούτσια μέσω ιστοσελίδας, εκτός από τα φυσικά καταστήματα. Επίσης, η ιστοσελίδα έπρεπε να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της εταιρείας όπως ανακοινώνονταν κατά καιρούς, καθώς απαγορεύονταν και πωλήσεις μέσω τρίτων προσώπων. Η U&R, τηρώντας τις συμβατικές πρόνοιες ζήτησε την έγκριση της Deckers για τη σύσταση της ιστοσελίδας, την οποία πράγματι είχε δημιουργήσει. Η τελευταία ωστόσο αρνήθηκε, επικαλούμενη τόσο λόγους στρατηγικής και υποβάθμισης της εταιρείας η οποία χαρακτηρίζεται ως επωνυμία υψηλής ποιότητας αθλητικών παπουτσιών, όσο και παράβαση των όρων συνεργασίας των δύο εταιρειών. Η Deckers, επομένως, ακύρωσε τη σύμβαση συνεργασίας τους επικαλούμενη παράβαση των όρων της.
Συνακόλουθα, η U&R καταχώρησε νομική διαδικασία ενώπιον του Ειδικού Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για θέματα Ανταγωνισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο (Competition Appeal Tribunal – CAT), αξιώνοντας αποζημίωση για παράνομο περιορισμό του ανταγωνισμού. Οι λόγοι που καταχωρίστηκε η αγωγή ήταν ότι (α) οι όροι και προϋποθέσεις περιόριζαν τη δυνατότητα της U&R να προωθεί και να πωλεί προϊόντα HOKA μέσω διαδικτύου, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικής αξιοποίησης του διαδικτύου ως καναλιού πωλήσεων και (β) εμποδίζοντας την U&R να πωλεί τα εν λόγω παπούτσια στην ανώνυμη ιστοσελίδα σε μειωμένη τιμή, η Deckers επιχειρούσε να εφαρμόσει πρακτική καθορισμού τιμής μεταπώλησης (Resale Price Maintenance – RPM), με σκοπό να διατηρήσει υψηλότερες τιμές για τα προϊόντα της.
Τα ευρήματα του Ειδικού Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για θέματα Ανταγωνισμού (CAT)
Το Ειδικό Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση της Deckers όσον αφορά τη σύσταση της ιστοσελίδας και ο επακόλουθος τερματισμός της σύμβασης αποτελούσαν “εξ αντικειμένου” παράβαση του Δικαίου Ανταγωνισμού. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, η συμπεριφορά της Deckers στηρίζεται στην επιθυμία της να αποτρέψει αδικαιολόγητες μειώσεις στις τιμές των παπουτσιών μέσω ανωνύμων ιστοσελίδων, χωρίς “κανένα εύλογο ουσιώδη στόχο πέραν του περιορισμού του ενδοσηματικού ανταγωνισμού”.
Συγκεκριμένα το Ειδικό Δικαστήριο, χαρακτήρισε τη συμπεριφορά της Deckers ως καθορισμός τιμής μεταπώλησης (RPM), που ισοδυναμούσε με έμμεση επιβολή τιμής μεταπώλησης. Η πρακτική αυτή, συνιστούσε περιορισμό σκληρού πυρήνα, ο οποίος δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί από τις εξαιρέσεις του Κανονισμού Απαλλαγής κατά Κατηγορία για τις Κάθετες Συμφωνίες (Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010) που ίσχυε τότε.[2] Επιπρόσθετα, επειδή ο περιορισμός ήταν και περιορισμός στις παθητικές πωλήσεις αποκλείεται και από το άρθρο 4(γ).
Στο πλαίσιο αυτό, το Ειδικό Δικαστήριο έκρινε πως η Deckers παραβίασε “εξ αντικειμένου” το section 2 του Competition Act 1998, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 101(1) ΣΛΕΕ. Αποδεχόμενο, επομένως, τους ισχυρισμούς της U&R έκρινε πως η πρακτική της Deckers δεν πληρούσε τα κριτήρια για εξαίρεση από την απαγόρευση του κανόνα, που είχαν διατυπωθεί στην Υπόθεση C-26/76, Metro v Commission.[3] Ειδικότερα, τονίστηκε πως η Deckers δεν απέδειξε επαρκώς ότι οι επίμαχοι περιορισμοί ήταν αναγκαίοι ή/και αναλογικοί για την προστασία της εικόνας και της ποιότητας της HOKA. Εν τοις πράγμασι, το σύστημα της Deckers κρίθηκε ως ελλιπώς σχεδιασμένο και ανεπαρκώς τεκμηριωμένο.
Η Έφεση και η κριτική της Αρχής Ανταγωνισμού και Αγορών (CMA)
Το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, ανέτρεψε τα ευρήματα του Ειδικού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα αμφισβήτησε τη νομική του προσέγγιση. Το Εφετείο επεσήμανε την ελλιπή εφαρμογή του τεστ για τον προσδιορισμό του “εξ αντικειμένου” περιορισμού του ανταγωνισμού. Ειδικότερα, το Ειδικό Δικαστήριο μόλις εντόπισε αντιανταγωνιστικό σκοπό τερμάτισε την περαιτέρω ανάλυση, χωρίς να εξετάσει λοιπά στοιχεία. Αυτό, κατά το Εφετείο, αποτέλεσε θεμελιώδες νομικό σφάλμα.
Όπως έχει καθοριστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ο χαρακτηρισμός μιας συμφωνίας ως “εξ αντικειμένου” περιοριστικής πρέπει να φέρει αθροιστικά τέσσερα στοιχεία. Πρώτον, το περιεχόμενο της συμφωνίας, δηλαδή το πεδίο εφαρμογής του περιορισμού όπως αυτό προκύπτει από τους συμβατικούς όρους. Δεύτερον, τον σκοπό του περιορισμού, ο οποίος αξιολογείται αντικειμενικά και όχι βάσει των προθέσεων των μερών. Τρίτον, τον χαρακτήρα της συμβατικής σχέσης ως οριζόντιας ή κάθετης και τέταρτον, το οικονομικό πλαίσιο που συμπεριλαμβάνει τα μερίδια αγοράς, τη δομή της αγοράς και το κατά πόσο είναι πιθανόν να πληγεί ο ανταγωνισμός. Το Εφετείο εδώ, έκρινε πως το Ειδικό Δικαστήριο παρέλειψε το δεύτερο συστατικό στοιχείο της έννοιας. Η απλή ύπαρξη ενός περιοριστικού στόχου δεν αρκεί από μόνη της για να χαρακτηριστεί ένας περιορισμός ως περιορισμός εκ του αντικειμένου.
Ακολούθως, το Εφετείο προέβαλε τη σημαντικότητα της οικονομικής πτυχής της υπόθεσης και διαπίστωσε πως ο περιορισμός επηρεάζει μόνο μικρό μέρος της αγοράς. Συγκεκριμένα, τα στοιχεία που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο κατέδειξαν ότι η Deckers κατατασσόταν ως η 6η μεγαλύτερη προμηθεύτρια εξειδικευμένων αθλητικών παπουτσιών, σε μια αγορά όπου περίπου δέκα προμηθευτές μοιράζονταν αθροιστικά το ~70% του όγκου πωλήσεων. Το στοιχείο αυτό ενίσχυσε καθοριστικά το συμπέρασμα περί ανεπαρκούς βλαπτικότητας, καθώς ο όγκος προϊόντων που επηρεαζόταν από τον επίδικο περιορισμό αντιστοιχούσε σε αμελητέο ποσοστό τόσο του μεριδίου αγοράς της Deckers και της U&R, όσο και, κατ’ επέκταση, της συνολικής σχετικής αγοράς. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θα μπορούσε να είχε πληγεί επαρκώς ο ανταγωνισμός κατά τρόπο που να ισοδυναμούσε με περιορισμό.
Η προσέγγιση που υιοθέτησε το Δικαστήριο ήταν παρόμοια με εκείνη του ΔΕΕ στην Υπόθεση C-230/16, Coty Germany v Parfümerie Akzente.[4] Στην τελευταία αυτή υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση των πωλήσεων μέσω διαδικτυακών αγορών τρίτων αποτελούσε μερικό και θεμιτό περιορισμό των ηλεκτρονικών πωλήσεων, γεγονός που ερχόταν σε αντίθεση με την απόλυτη απαγόρευση η οποία είχε αποφασιστεί από το ίδιο Δικαστήριο στην Υπόθεση C-439/09, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique SAS v Président de l’Autorité de la concurrence και Ministre de l’Économie, de l’Industrie et de l’Emploi.[5]
Από την μια, το Εφετείο επικεντρώθηκε στην απόφαση της Deckers να στηριχτεί στη συμβατική ρήτρα με την U&R προκειμένου να τερματίσει την συνεργασία τους, θεωρώντας ότι η ρήτρα αυτή παρείχε στον προμηθευτή περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Από την άλλη, απέρριψε την λογική του Ειδικού Δικαστηρίου που θεωρούσε ότι η απλή ύπαρξη ρήτρας έγκρισης ισοδυναμεί με εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού, διότι δεν είχε εξεταστεί ο τρόπος λειτουργίας της ρήτρας στο νομικό και οικονομικό της πλαίσιο. Ειδικότερα, η ρήτρα είχε θεμιτό σκοπό, την προστασία της ακεραιότητας του συστήματος επιλεκτικής διανομής της Deckers, ενώ ο τερματισμός της σύμβασης οφειλόταν στην ανησυχία της εταιρείας για υπερβολικά επίπεδα εκπτώσεων. Ως προς το νομικό και οικονομικό πλαίσιο, το Εφετείο αναφέρεται στις Υποθέσεις Cartes Bancaires, Genetics (UK), Pierre Fabre, Super Bock και Superleague. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, ο χαρακτηρισμός μιας πρακτικής ως εξ αντικειμένου περιορισμού προϋποθέτει ότι παρουσιάζει επαρκή βαθμό βλαπτικότητας για τον ανταγωνισμό, έτσι ώστε να μην χρειάζεται τυχόν εξέταση των αποτελεσμάτων της.
Υπό το πλαίσιο αυτό, κρίθηκε κρίσιμη η παρατήρηση ότι η θέση της Deckers ως 6ης μεγαλύτερης προμηθεύτριας σε κατακερματισμένη αγορά αποκλείει εκ προοιμίου την ύπαρξη αναγκαίας βλαπτικότητας. Επιπλέον, το Εφετείο υπογράμμισε εμμέσως ότι η εκτίμηση της βλαπτικότητας μιας συμβατικής ρήτρας δεν μπορεί να πραγματοποιείται αφηρημένα, αλλά απαιτεί συνεκτίμηση της θέσης των μερών στην αγορά, της δομής του δικτύου διανομής και του οικονομικού σκοπού που επιτελεί η συγκεκριμένη συμβατική πρόβλεψη. Τα στοιχεία αυτά είναι κρίσιμα για να διαπιστωθεί εάν η συμφωνία εμφανίζει πράγματι τέτοιο βαθμό εγγενούς βλάβης ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός της ως εξ αντικειμένου περιορισμού.
Αναφορικά με τον χαρακτηρισμό “περιορισμός σκληρού πυρήνα”, το Εφετείο έκρινε ότι το δικαστήριο έσφαλε όταν αντιμετώπισε τη συμπεριφορά της Deckers ως μια μορφή RPM που εμπίπτει εκτός της “ασφαλούς ζώνης” που παρέχει ο Κανονισμός Απαλλαγής κατά Κατηγορία για τις Κάθετες Συμφωνίες (Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010 που ίσχυε τότε. Διαπίστωσε μάλιστα, ότι η συμπεριφορά της Deckers δεν υπονόμευσε την ικανότητα της U&R να τιμολογεί ελεύθερα ή κάτω από τις συνιστώμενες τιμές λιανικής μέσω των δικών της ιστοσελίδων και φυσικών καταστημάτων και δεν εμπόδισε τους πελάτες από το να έχουν ενεργή ή παθητική πρόσβαση στα προϊόντα HOKA μέσω αυτών των ιδίων καναλιών. Επίσης, ξεκαθάρισε ότι ακόμη και αν μια περιοριστική συμπεριφορά εμπίπτει τεχνικά σε μια κατηγορία περιορισμού σκληρού πυρήνα βάσει του Κανονισμού Απαλλαγής κατά Κατηγορία για τις Κάθετες Συμφωνίες, αυτό δεν δημιουργεί το τεκμήριο ότι θα περιορίσει αυτόματα τον ανταγωνισμό.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η παρέμβαση της Αρχής Ανταγωνισμού και Αγορών του Ηνωμένου Βασιλείου (Competition and Markets Authority – CMA). Η CMA παρενέβη θεωρώντας επιβεβλημένη τη διευκρίνιση του ορθού νομικού τεστ για τους εξ αντικειμένου περιορισμούς.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η CMA συμφώνησε με την Deckers ότι το Ειδικό Δικαστήριο είχε εφαρμόσει λανθασμένο νομικό τεστ, γεγονός που υποδηλώνει ότι ακόμα και η ρυθμιστική αρχή δεν επιθυμούσε υπερβολικά διευρυμένη εφαρμογή της κατηγορίας εξ αντικειμένου παραβάσεων. Σύμφωνα με την CMA, το σφάλμα είναι εμφανές και από την Υπόθεση AT.40428 – Guess, η οποία αφορά την νομιμότητα των περιορισμών που επέβαλε η Guess στη χρήση διαδικτυακής διαφήμισης πωλήσεων από τους εξουσιοδοτημένους διανομείς της. Το Ειδικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στην απόφαση αυτή και κυρίως στη παράγραφο 49, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο αντικειμενικός σκοπός της σχετικής διάταξης δεν ήταν θεμιτός. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θεώρησε το στοιχείο αυτό καθοριστικό και κατέληξε σε εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού[6].
Καταληκτικά σχόλια
Η υπόθεση αυτή συνιστά απόφαση σταθμό, καθώς καταδεικνύει μια αναγκαία δογματική πειθαρχία στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται οι περιορισμοί του ανταγωνισμού κατά την ψηφιακή εποχή. Το κριτήριο του εξ αντικειμένου περιορισμού δεν μπορεί να εφαρμόζεται διάχυτα και μηχανιστικά. Η απόπειρα ελέγχου τιμών από τον προμηθευτή δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει παράβαση, εάν δεν εκτιμηθεί πρώτα το νομικό και οικονομικό πλαίσιο και η δομή της αγοράς. Ταυτόχρονα, επαληθεύει τη βιώσιμη χρησιμότητα των συστημάτων επιλεκτικής διανομής, αναγνωρίζοντας στους προμηθευτές ένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για τη διαφύλαξη της ποιότητας του δικτύου τους και κυρίως όταν ο διασηματικός ανταγωνισμός παραμένει ισχυρός.
Ιδιαίτερη βαρύτητα φέρει, στο σημείο αυτό, η παρατήρηση του ίδιου του Εφετείου ότι αποστολή του Δικαίου Ανταγωνισμού δεν είναι να αναιρεί ελεύθερα συναφθείσες συμβάσεις οι οποίες, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, αποδείχθηκαν εκ των υστέρων δυσμενείς για το ένα συμβαλλόμενο μέρος. Δεν εναπόκειται στο Δίκαιο Ανταγωνισμού να διασώζει επιχειρήσεις από συμφωνίες τις οποίες, αναδρομικά, μετανιώνουν. Η σκέψη αυτή οριοθετεί με σαφήνεια τα όρια της παρέμβασης: το Δίκαιο Ανταγωνισμού παρεμβαίνει εκεί όπου πλήττεται ο ανταγωνισμός αυτός καθαυτός, όχι εκεί όπου μια εμπορική σχέση απλώς εξελίχθηκε δυσμενώς για έναν εκ των συμβαλλομένων.
Τέλος, η απόφαση αυτή θέτει ένα αυστηρότερο πλαίσιο για τις μελλοντικές παρεμβάσεις των αρχών και των δικαστηρίων, καθιστώντας σαφές ότι η οικονομική πραγματικότητα υπερέχει των τυπολατρικών νομικών χαρακτηρισμών.
[1] Deckers UK Limited v Up & Running (UK) Limited [2026] EWCA Civ 553.
[2] Άρθρο 4(α) του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010.
[3] Υπόθεση C-26/76, Metro SB-Großmärkte GmbH & Co. KG v Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [1977] ECR 1875.
[4] Υπόθεση C-230/16, Coty Germany v Parfümerie Akzente [2017].
[5] Υπόθεση C-439/09, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique SAS v Président de l’Autorité de la concurrence και Ministre de l’Économie, de l’Industrie et de l’Emploi [2011].
[6] Υπόθεση ΑΤ.40428-Guess, C(2018) 8455.

